Γυναικολογία

Τεστ Παπανικολάου

Το Τεστ Παπανικολάου (Pap Test) αποτελεί μια αποτελεσματική, ευρέως χρησιμοποιούμενη μέθοδο για την έγκαιρη ανίχνευση δυσπλασιών, προκαρκινικών καταστάσεων και καρκίνου του τραχήλου της μήτρας. Το Αμερικανικό Κολλέγιο των Μαιευτήρων και Γυναικολόγων ( ACOG ) και άλλοι, προτείνουν την έναρξη της εξέτασης σε ηλικία 20 ετών (αφού αυτή η χρονική στιγμή είναι λίγα χρόνια μετά την πρώτη σεξουαλική επαφή των περισσότερων Αμερικανίδων). Το ίδιο ισχύει και για τις Ελληνίδες.

Το Τεστ Παπανικολάου όταν συνδυάζεται με ένα τακτικό πρόγραμμα προσυμπτωματικού ελέγχου και την κατάλληλη παρακολούθηση, μπορεί να μειώσει τους θανάτους από καρκίνο του τραχήλου της μήτρας κατά 80 %.

Το Τεστ Παπανικολάου λαμβάνεται κατά προτίμηση από τη 10η έως την 20η ημέρα του κύκλου και καλό είναι να μην υπάρχουν σεξουαλικές επαφές ή ενδοκολπικές πλύσεις 1-2 ημέρες πριν την εξέταση.

Ο χρόνος επανάληψης που συστήνουν οι γυναικολόγοι στις σεξουαλικά ενεργές γυναίκες είναι μία φορά τον χρόνο.

Μπορεί να χρειάζονται συχνότερα Τεστ Παπανικολάου, (ανά εξάμηνο) για την παρακολούθηση μετά από ένα μη φυσιολογικό τεστ, ή μετά από θεραπεία για μη φυσιολογικό τεστ.
Η γυναίκα μπορεί επίσης να παραπεμφθεί για HPV – DNA Test, το οποίο χρησιμεύει ως συμπλήρωμα του Pap Test . Πρόσθετοι συμπληρωματικοί βιοδείκτες πιθανώς μπορούν να εφαρμοστούν ως πιο εξελιγμένη μέθοδος.

Αν η ανωμαλία απαιτεί περαιτέρω ενέργειες, η γυναίκα παραπέμπεται για λεπτομερή εξέταση του τραχήλου της μήτρας και του κόλπου με κολποσκόπηση.

Η βιοψία του τραχήλου της μήτρας που καθοδηγείται από κολποσκόπηση θεωρείται επιβεβλημένη για την οριστική διάγνωση ανωμαλιών του τραχήλου της μήτρας, μετά από την κατάδειξη υψηλόβαθμων αλλοιώσεων στο Τεστ Παπανικολάου.

Ενώ το Pap Test μπορεί να ανιχνεύσει μολύνσεις και μικροβιακές διαταραχές στον κόλπο, τον ενδοτράχηλο και το ενδομήτριο, δεν είναι σχεδιασμένο για αυτό το σκοπό. Έχει μικρή ευαισθησία στον εντοπισμό τέτοιων μολύνσεων, οπότε η απουσία διάκρισης τους σε ένα Pap Test δε σημαίνει απαραίτητα πως η γυναίκα δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα φλεγμονής.

Το Τεστ Παπανικολάου μπορεί να πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια της κύησης. Η διενέργεια του δεν έχει συσχετιστεί με αύξηση του κινδύνου αποβολής του εμβρύου.
Εάν τα αποτελέσματα των τριών τελευταίων Τεστ Παπανικολάου μιας γυναίκας είναι φυσιολογικά, μπορεί να σταματήσει σε ηλικία 65 ετών.

Δεν υπάρχει καμία ανάγκη να συνεχιστεί η εξέταση μετά από μια ολική υστερεκτομή για καλοήθη νόσο .

Ινομυώματα

Τα ινομυώματα είναι καλοήθεις όγκοι της μήτρας και αποτελούνται από σκληρό, πυκνό ινώδη ιστό. Είναι εξαιρετικά συχνά. Με τη χρήση απεικονιστικών μεθόδων (M.R.I.) αποκαλύφθηκε η παρουσία τους  σε περισσότερες από 50% των γυναικών μεταξύ 30 και 45 ετών.Το μέγεθος κυμαίνεται από μερικά χιλιοστά έως αρκετά εκατοστά,  ενώ οι περισσότερες γυναίκες δεν έχουν καθόλου συμπτώματα ή αυτά είναι πολύ ήπια.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ

Η ακριβής αιτία των ινομυωμάτων δεν είναι γνωστή.

Ενοχοποιούνται τόσο γενετικοί όσο και οικογενειακοί παράγοντες (κληρονομικότητα). Επίσης φαίνεται πως έχουν άμεση σχέση και με ορμονικούς παράγοντες όπως τα οιστρογόνα και η προγεστερόνη, που ευνοούν την ανάπτυξη των ινομυωμάτων. Για το λόγο αυτό η ανάπτυξη τους σταματά κατά την εμμηνόπαυση.

Δεν υπάρχει ένδειξη ότι τα ινομυώματα μπορεί να μεταβούν σε κακοήθεια.

 

ΕΙΔΗ ΙΝΟΜΥΩΜΑΤΩΝ

Τα ινομυώματα διακρίνονται στις εξής τρεις κατηγορίες:

  • Yπορογόνια ινομυώματα. Αναπτύσσονται στην εξωτερική επιφάνεια της μήτρας. 
  • Ενδοτοιχωματικά ινομυώματα. Αναπτύσσονται εντός του τοιχώματος της μήτρας (μυομήτριο). Σπανιότερα παρουσιάζονται και στο σώμα του τραχήλου.
  • Υποβλεννογόνια ινομύωματα. Αναπτύσσονται στην εσωτερική επιφάνεια της μήτρας, πλησίον του ενδομητρίου.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ – ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Οι περισσότερες γυναίκες με ινομυώματα μήτρας έχουν πολύ ήπια έως καθόλου συμπτώματα και δε χρειάζονται συνήθως θεραπεία.

Οι μέθοδοι εκλογής για τη διάγνωσή τους είναι το διακολπικό υπερηχογράφημα και η μαγνητική τομογραφία, ενώ θέση κατέχει και η υστεροσαλπιγγογραφία.

Όταν τα ινομυώματα γίνουν συμπτωματικά, παρουσιάζονται κυρίως με τα εξής :

  • Αιμορραγίες εκτός περιόδου (μεσοκύκλιες) ή και παράταση των ημερών της περιόδου, με αποτέλεσμα μεγάλη απώλεια αίματος.
  • Βάρος και πόνο χαμηλά στην κοιλιά ή στη μέση.
  • Πίεση στα παρακείμενα όργανα (έντερο, ουρητήρες, ουροδόχος κύστη) με αποτέλεσμα δυσκοιλιότητα, συχνουρία – δυσκολία παροχέτευσης των ούρων.
  • Πόνο κατά τη σεξουαλική επαφή.
  • Υπογονιμότητα – αποβολές – πρόωρο τοκετό.

 

ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Στην περίπτωση που τα ινομυώματα είναι μικρά και ασυμπτωματικά, συνήθως δεν συστήνεται κάποια θεραπεία. Απαραίτητη κρίνεται η τακτική παρακολούθηση από τον γυναικολόγο για την εκτίμηση της συμπεριφοράς τους και της αυξητικής τους τάσεως.

Όταν τα ινομυώματα προκαλούν βαρειά συμπτώματα, όπως μεγάλη αιμορραγία, έντονα πιεστικά φαινόμενα ή είναι αίτιο υπογονιμότητας και αποβολών, τότε θα πρέπει να αφαιρεθούν με λαπαροσκοπική ή ανοικτή χειρουργική επέμβαση,  υστεροσκόπικη προσέγγιση και σπανιότερα με υστερεκτομή.

Ορμονικά σκευάσματα χρησιμοποιούνται όταν η γυναίκα βρίσκεται κοντά στην εμμηνόπαυση, προς αποφυγή ενός χειρουργείου.

του τραχήλου της μήτρας κατά 80 %.

Το Τεστ Παπανικολάου λαμβάνεται κατά προτίμηση από τη 10η έως την 20η ημέρα του κύκλου και καλό είναι να μην υπάρχουν σεξουαλικές επαφές ή ενδοκολπικές πλύσεις 1-2 ημέρες πριν την εξέταση.

Ο χρόνος επανάληψης που συστήνουν οι γυναικολόγοι στις σεξουαλικά ενεργές γυναίκες είναι μία φορά τον χρόνο.

Μπορεί να χρειάζονται συχνότερα Τεστ Παπανικολάου, (ανά εξάμηνο) για την παρακολούθηση μετά από ένα μη φυσιολογικό τεστ, ή μετά από θεραπεία για μη φυσιολογικό τεστ.
Η γυναίκα μπορεί επίσης να παραπεμφθεί για HPV – DNA Test, το οποίο χρησιμεύει ως συμπλήρωμα του Pap Test . Πρόσθετοι συμπληρωματικοί βιοδείκτες πιθανώς μπορούν να εφαρμοστούν ως πιο εξελιγμένη μέθοδος.

Αν η ανωμαλία απαιτεί περαιτέρω ενέργειες, η γυναίκα παραπέμπεται για λεπτομερή εξέταση του τραχήλου της μήτρας και του κόλπου με κολποσκόπηση.

Η βιοψία του τραχήλου της μήτρας που καθοδηγείται από κολποσκόπηση θεωρείται επιβεβλημένη για την οριστική διάγνωση ανωμαλιών του τραχήλου της μήτρας, μετά από την κατάδειξη υψηλόβαθμων αλλοιώσεων στο Τεστ Παπανικολάου.

Ενώ το Pap Test μπορεί να ανιχνεύσει μολύνσεις και μικροβιακές διαταραχές στον κόλπο, τον ενδοτράχηλο και το ενδομήτριο, δεν είναι σχεδιασμένο για αυτό το σκοπό. Έχει μικρή ευαισθησία στον εντοπισμό τέτοιων μολύνσεων, οπότε η απουσία διάκρισης τους σε ένα Pap Test δε σημαίνει απαραίτητα πως η γυναίκα δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα φλεγμονής.

Το Τεστ Παπανικολάου μπορεί να πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια της κύησης. Η διενέργεια του δεν έχει συσχετιστεί με αύξηση του κινδύνου αποβολής του εμβρύου.
Εάν τα αποτελέσματα των τριών τελευταίων Τεστ Παπανικολάου μιας γυναίκας είναι φυσιολογικά, μπορεί να σταματήσει σε ηλικία 65 ετών.

Δεν υπάρχει καμία ανάγκη να συνεχιστεί η εξέταση μετά από μια ολική υστερεκτομή για καλοήθη νόσο .

Κολποσκόπηση

Κολποσκόπηση  είναι η επισκόπηση του δέρματος και των βλεννογόνων του κατώτερου γεννητικού συστήματος της γυναίκας, του τραχήλου, του κόλπου και των έξω γεννητικών οργάνων,  με σκοπό  να εντοπιστούν τυχόν ανωμαλίες  ή  και σοβαρές παθήσεις της περιοχής,  με τη χρήση του κολποσκοπίου.

Οι συνήθεις ενδείξεις για πραγματοποίηση κολποσκόπησης είναι η ανεύρεση παθολογικών κυττάρων στο Τεστ Παπανικολάου, η διάγνωση εξωτερικών και σπανιότερα εσωτερικών κονδυλωμάτων, οι επαναλαμβανόμενες κι εμμένουσες φλεγμονές του τραχήλου, τα  συχνά επεισόδια αιμορραγιών,  καθώς κι ορατές δυσπλασίες του αιδοίου,  του κόλπου και του τραχήλου της μήτρας  κατά τη γυναικολογική εξέταση.

Αν κριθεί σκόπιμο από το θεράποντα ιατρό, γίνεται λήψη βιοψιών, λαμβάνοντας μικροσκοπικά τμήματα ιστού.

Βάσει συγκεκριμένων μορφολογικών χαρακτηριστικών, που υπάρχουν στις κατά τόπους  επιφάνειες,  εντοπίζονται οι αλλοιώσεις και επιλέγεται η πιο ύποπτη περιοχή για λήψη βιοψίας. 

Οι βιοψίες πραγματοποιούνται  μετά από τοπική αναισθησία, με ειδικές λαβίδες και δεν πονάνε.

Η εξέταση της κολποσκόπησης μπορεί να πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε ημέρα του κύκλου της γυναίκας,  εκτός των ημερών  της εμμήνου ρύσεως,  καθώς και δύο με τρείς  ημέρες  μετά το τέλος αυτής, προκειμένου να μην υπάρχει καθόλου  αίμα στην περιοχή.

Καλό είναι επίσης,  να αποφεύγεται η σεξουαλική επαφή  δύο με τρείς ημέρες  πριν  την  κολποσκόπηση,  όπως  και  η χρήση κολπικών κρεμών  ή  υποθέτων,  καθώς  μπορεί να συγκαλύψουν τυχόν ανωμαλίες  και  να  αποτρέψουν  τη  σωστή  διάγνωση.

Η κολποσκόπηση είναι ασφαλής εξέταση  κατά τη διάρκεια της κυήσεως.

Χάρη στην  κολποσκόπηση, έχει σημειωθεί  σημαντική  πρόοδος  στην αντιμετώπιση των προκαρκινικών αλλοιώσεων του κατώτερου γεννητικού  συστήματος της γυναίκας, και  σαφέστατα  του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας.

Ο εντοπισμός τους  λαμβάνει χώρα  σε πολύ αρχικό στάδιο κι  ως εκ τούτου  επιτρέπεται η  εφαρμογή  της πιο  αποτελεσματικής αντιμετώπισης  και  της  κατάλληλης, κατά περίπτωση,  θεραπείας.

Κύστεις Ωοθηκών

Ως κύστη στην ωοθήκη ορίζεται  ένας σάκος, ο οποίος περιέχει   υγρό,  βλεννώδες παχύρρευστο  ή  συμπαγές  υλικό εντός αυτής  και  σχηματίζεται  στην επιφάνεια   ή  στο εσωτερικό μιας  από  τις ωοθήκες. Το  90 – 95%  των κύστεων των ωοθηκών  είναι  καλοήθεις. Περίπου το 50% των γυναικών, θα αναπτύξουν κάποια στιγμή στη ζωή τους μία τουλάχιστον κύστη ωοθήκης.

Κατηγοριοποιούνται ως εξής ,

Καλοήθεις Κύστεις

Ωοθυλακική κύστη, 

ανευρίσκεται  συνήθως τυχαία σε εξέταση ρουτίνας, χωρίς ιδιαίτερα συμπτώματα.

Είναι διαφόρου μεγέθους, εξαφανίζεται σε μερικές εβδομάδες και μπορεί να συμμετέχει στην έκφραση της περιόδου.

 

Κύστη ωχρού σωματίου,   

δημιουργείται  μετά την ωορρηξία και υποχωρεί  σχετικά σύντομα, επίσης χωρίς ιδιαίτερα συμπτώματα.

 

Αιμορραγική κύστη,  

συνήθως μικρού μεγέθους, συνοδεύεται κάποιες φορές από άλγος στο υπογάστριο.

 

Δερμοειδής κύστη,  

έχει εμβρυϊκές καταβολές, συχνά μεγαλώνει αρκετά (>10 εκατοστά)  και περιέχει αρχέγονους ιστούς  του ανθρώπινου  σώματος  όπως  τρίχες, δόντια, λίπος, χόνδρο, αδένες.

 

Ενδομητριωσική κύστη,  

διαφόρου μεγέθους,  περιέχει χαρακτηριστικό σοκολατοειδές υγρό (αιματηρό περιεχόμενο από προηγούμενες, συνεχόμενες, μικρές αιμορραγίες εντός αυτής). Καταδεικνύει την ύπαρξης ενδομητριώσεως και συνοδεύεται από έντονα, συνήθως, συμπτώματα πόνου στην πύελο, ιδίως κατά το χρόνο της εμμήνου ρύσεως.

 

Ορώδες ή Βλεννώδες Κυσταδένωμα,   

καλόηθες κυστικό μόρφωμα, που  συχνά μπορεί να γίνει ιδιαίτερα  μεγάλο, ξεπερνώντας κατά πολύ τα 10 εκατοστά.

Όταν το μέγεθος αυτών των κυστικών μορφωμάτων ανευρίσκεται  συνήθως, πάνω από 5 εκατοστά, μπορεί να παρουσιάζουν συμπτωματολογία και πιο  συγκεκριμένα  τα κάτωθι ,

Άλγος υπογαστρίου, 

η ένταση του πόνου και η έναρξη του  ποικίλλουν      ιδιοσυστασιακά   και μπορεί να ενταθεί κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής.

Διαταραχές εμμήνου ρύσεως, 

τόσο αναφορικά με την έλευση  της περιόδου όσο και με τα συμπτώματα αυτής.

Αίσθημα βάρους ή πληρότητας στη κάτω κοιλιακή χώρα.

Πυελικό άλγος μετά από έντονη σωματική άσκηση.

Πόνο  ή πίεση κατά την ούρηση ή την αφόδευση.

Ναυτία και πιθανώς  εμετός.

Ανώμαλη αιμορραγία από τον κόλπο.

Υπογονιμότητα

Στις περισσότερες περιπτώσεις, όταν η κύστη έχει μικρό μέγεθος και το περιεχόμενό της είναι ορώδες, οι λεγόμενες λειτουργικές κύστεις,  χρειάζεται απλή παρακολούθηση με  υπερηχογράφηματα, ώστε να διασφαλιστεί ότι η κύστη δεν αυξήθηκε πάνω από τα 5cm διάμετρο,  αφού το σύνηθες είναι  αυτή να  υποχωρεί αυτόματα μέσα  σε  μερικές  εβδομάδες.

Σε ορισμένες περιπτώσεις συνιστάται η χορήγηση  αντισυλληπτικών δισκίων   με σκοπό  τη ρύθμιση του  κύκλου,  εμποδίζοντας έτσι  την αύξηση  των ωοθυλακίων,  που μπορούν να μετατραπούν σε κύστεις,  όχι όμως  με σκοπό  να μειώσουν το μέγεθος μιας ήδη υπάρχουσας κύστεως.

Πέραν  τούτου,  συνιστάται  η  λαπαροσκοπική  κυστεκτομή, η οποία κρίνεται απαραίτητη στις περιπτώσεις  δερμοειδών  κι ενδομητριωσικών  κύστεων ωοθήκης,  όπως επίσης και σε περιπτώσεις υπάρξεως κυσταδενώματος  και  γενικότερα  σε κάθε κύστη που ξεπερνάει τα 5 εκατοστά  διάμετρο.

 

Κακοήθεις κύστεις

Αποτελούν κακοήθη νεοπλάσματα, τα οποία  παρουσιάζονται πιο συχνά  μετά την εμμηνόπαυση,  χωρίς να  μπορεί να αποκλειστεί  η  εμφάνισή τους  σε κάθε  ηλικιακή ομάδα. 

Τα συμπτώματα που μπορούν να προκαλέσουν είναι  ο πόνος στην κοιλιακή χώρα,  το αίσθημα βάρους,  η διόγκωση της κοιλιάς,  η κολπική αιμόρροια   εκτός περιόδου,  όπως επίσης  κι  ενδοκρινικές  διαταραχές.

Η διάγνωση, όπως και στις καλοήθεις κύστεις των ωοθηκών,  γίνεται αρχικά με γυναικολογική εξέταση,   διακολπικό   υπερηχογράφημα,  το οποίο συμπληρώνεται  με  τον έλεγχο της αγγείωσης  της κύστεως  (doppler),   και κατόπιν την πραγματοποίηση   μαγνητικής τομογραφίας  πυέλου ,  καθώς  κι  αιματολογικός έλεγχος   καρκινικών  δεικτών.

Η θεραπεία είναι πάντοτε χειρουργική,  συχνά σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία.

Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών

Ως σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών ορίζουμε την πιο συχνή γυναικολογική ενδοκρινολογική διαταραχή, η οποία χαρακτηρίζεται από υπερανδρογοναιμία, ωοθηκική δυσλειτουργία και ωοθήκες πολυκυστικής μορφολογίας.

Η αιτιολογία του παραμένει άγνωστη και η θεραπεία του είναι κυρίως συμπτωματική κι εμπειρική. 

Το σύνδρομο έχει το δυναμικό να προκαλεί σημαντικές μεταβολικές διαταραχές.

Εμφανίζεται στο 5-10% των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας (12-45 ετών).

Τα σημεία και συμπτώματα συνήθως ξεκινούν στην περίοδο της εφηβείας, αν και ορισμένες γυναίκες δεν εμφανίζουν συμπτώματα μέχρι την ενηλικίωση.

 

Το Σύνδρομο των Πολυκυστικών Ωοθηκών μπορεί να παρουσιάζεται με ιδιαίτερο πολυμορφισμό στην έκφραση, η οποία ορίζεται ως εξής :

  • παθολογική, ακανόνιστη ή ελάχιστη εμμηνορρυσία
  •  αμηνόρροια
  • αύξηση σωματικού βάρους ή παχυσαρκία
  • αντίσταση στην ινσουλίνη και διαβήτη τύπου 2
  • υπογονιμότητα
  • αυξημένη τριχοφυΐα (δασυτριχισμός) / λεπτά μαλλιά – απώλεια μαλλιών (ανδροειδούς τύπου αλωπεκία).
  • λιπαρό δέρμα κι ακμή ή επιδείνωση αυτής
  • Υψηλή χοληστερίνη και τριγλυκερίδια
  • Αρτηριακή υπέρταση
  • διαταραχές διάθεσης και κατάθλιψη.

Συνήθως οι γυναίκες αυτές παρουσιάζουν λιγότερες από έξι έως οκτώ περιόδους το χρόνο και συχνά η έμμηνος ρύση διαταράσσεται στην ενήλικη ζωή, όταν η γυναίκα αποκτήσει επιπλέον βάρος. Κατά συνέπεια, μία γυναίκα με το σύνδρομο δεν παράγει ώριμο ωοθυλάκιο κάθε μήνα, οπότε η σύλληψη καθίσταται δυσχερής.

Οι γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, έχει παρατηρηθεί, πως έχουν αντίσταση στην ινσουλίνη . Η ινσουλίνη είναι μια ορμόνη που παράγεται στο πάγκρεας και ρυθμίζει τα φυσιολογικά επίπεδα στο αίμα της γλυκόζης (σάκχαρο αίματος). Επηρεάζει επίσης γενικότερα το μεταβολισμό ενός οργανισμού. 

Στις γυναίκες με Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών, παράγονται υψηλότερα ποσοστά ινσουλίνης, τα οποία επηρεάζουν τις ωοθήκες, προκαλώντας διαταραχές στην ορμονική έκφραση και τελικά υπογονιμότητα.

 

Έχει παρατηρηθεί επίσης, μέσω μελετών, ότι το 20 ℅ των γυναικών με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών πάσχει κι από  μεταβολικό σύνδρομο,   κατά το οποίο έχουμε την εμφάνιση υπέρτασης, σακχαρώδους διαβήτη, υπερχοληστεριναιμίας και παχυσαρκίας κεντρικού τύπου. 

Εξαιτίας των ανωτέρω, οι γυναίκες αυτές εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο για καρδιαγγειακά νοσήματα στο μέλλον.

Επίσης τα τελευταία χρόνια έχει βρεθεί ότι το μεταβολικό σύνδρομο παίζει σημαντικό ρόλο και στη γονιμότητα.

Αναφέρεται επίσης, ότι οι γυναίκες με πολυκυστικές ωοθήκες έχουν αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του ενδομητρίου,  άτυπης υπερπλασίας του ενδομητρίου και δημιουργίας πολυπόδων, εξαιτίας των παραγόντων που συνοδεύουν το σύνδρομο.

Επιπρόσθετα, οι γυναίκες με PCOS έχουν αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών της κύησης, όπως ο

σακχαρώδης διαβήτης και η υπερτασική νόσος.

Η διάγνωση του Συνδρόμου των Πολυκυστικών Ωοθηκών στηρίζεται στο ιστορικό, την κλινική εξέταση, το διακολπικό υπερηχογράφημα των ωοθηκών, καθώς και την εργαστηριακή διερεύνηση ώστε να εντοπιστούν ορμονικές και βιοχημικές διαταραχές,  με ακρογωνιαίο λίθο το ορμονικό προφίλ,.

Η υπερηχοτομογραφική εικόνα εμφανίζει διογκωμένες ωοθήκες με πολυάριθμες μικρές κύστεις (ωοθυλάκια), διαμέτρου 2 – 9 χιλιοστών, συνήθως κάτω από την επιφάνεια της ωοθήκης, σε κυκλοτερή διάταξη, τα οποία αδυνατούν να εξελιχθούν σε ώριμα ωοθυλάκια.

Πρέπει επίσης να ελέγχεται η αρτηριακή πίεση και το βάρος.

Η αλλαγή του τρόπου ζωής με σωστή διατροφή και  συστηματική άσκηση βοηθούν σημαντικά στη βελτίωση των συμπτωμάτων. Ο συνδυασμός του σωστού βάρους σώματος με μια ισορροπημένη διατροφή βελτιώνει ιδιαίτερα την ωοθυλακιορρηξία και συνεπώς τα ποσοστά κυήσεως  και μειώνει τον κίνδυνο για ανάπτυξη σακχαρώδους διαβήτη και καρδιαγγειακών νοσημάτων στο μέλλον, επαναφέροντας  τα επίπεδα της γλυκόζης, των λιπιδίων αίματος και των ορμονών στο φυσιολογικό.

Βελτιώνει επίσης την υπερτρίχωση. 

Χρησιμοποιείται ακόμη ως θεραπεία, ευρέως, η προγεστερόνη σε μορφή χαπιών, όπως επίσης και η ορμονική θεραπεία με αντισυλληπτικά χάπια.

Η μετφορμίνη, ένα φάρμακο για το σακχαρώδη διαβήτη, έχει παρατηρηθεί πως κατέχει καθοριστικό ρόλο στη βελτίωση της ωοθυλακιορρηξίας.

Συμπληρωματικά, η συχνότερη φαρμακευτική ουσία που χρησιμοποιείται για το σκοπό αυτό, είναι η κιτρική κλομιφαίνη σε μορφή χαπιών. Στις περιπτώσεις που δεν επιτυγχάνεται ωοθυλακιορρηξία με την κλομιφαίνη, χορηγούνται ενέσιμες γοναδοτροπίνες.

Χειρουργικά, η λαπαροσκοπική διάτρηση (drilling) των ωοθηκών, αποδίδει ικανοποιητικό αποτέλεσμα.


Εναλλακτική μορφή προσέγγισης με εντυπωσιακά αποτελέσματα, αποτελεί η αντιμετώπιση των φραγμών στη λειτουργία του, που παρουσιάζει ο οργανισμός μιας γυναίκας και η οποίοι κατά συνέπεια οδηγούν στην εμφάνιση του συνδρόμου, μέσω της Εφαρμοσμένης Κινησιολογίας.

NEWSLETTER

ΓΡΑΨΤΕ ΕΔΩ ΤΟ EMAIL ΣΑΣ